αἰσχρορρήμων

αἰσχρο-ρρήμων, ον,
A = αἰσχρολόγος, Poll.8.80. Adv. -μόνως ib.81.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσχρορρήμων — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχρορρήμων — (ονος), ον (Α αἰσχρορρήμων) ο αισχρολόγος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰσχρὸς + ρήμων < εἴρω «λέγω, δηλώνω». ΠΑΡ. αἰσχρορρημονῶ, αἰσχρορρημοσύνη)] …   Dictionary of Greek

  • αἰσχρορρήμονα — αἰσχρορρήμων neut nom/voc/acc pl αἰσχρορρήμων masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχρορρημόνως — αἰσχρορρήμων adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχρορρημονώ — ( έω) (Α αἰσχρορρημονῶ) [αἰσχρορρήμων] αισχρολογώ* …   Dictionary of Greek

  • αισχρορρημοσύνη — η (Α αἰσχρορρημοσύνη) [αἰσχρορρήμων] η αισχρολογία* …   Dictionary of Greek

  • αισχρός — ή, ό (Α αἰσχρός, ά, όν) 1. αυτός που προκαλεί την ντροπή, επονείδιστος, επαίσχυντος, ατιμωτικός 2. ανήθικος, φαύλος, κακοήθης, άθλιος, φρικτός αρχ. 1. (ως αντίθ. τού καλός) (για την εξωτερική εμφάνιση) άσχημος, δύσμορφος, παραμορφωμένος 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.